τηλόθε

τηλόθε
τηλόθε , (ν)
a adv., from afar

τὸ δὲ κλέος τηλόθεν δέδορκε O. 1.94

(αἰετός)

ὃς ἔλαβεν αἶψα, τηλόθε μεταμαιόμενος, δαφοινὸν ἄγραν ποσίν N. 3.81

b prep. c. gen., far from

ἔστι δ' ἐοικὸς ὀρειᾶν γε Πελειάδων μὴ τηλόθεν ὠαρίωνα νεῖσθαι N. 2.12

πέταται δ' ἐπί τε χθόνα καὶ διὰ θαλάσσας τηλόθεν ὄνυμ αὐτῶν N. 6.48


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τηλόθε — τηλόθεν from after indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλόθ' — τηλόθε , τηλόθεν from after indeclform (adverb) τηλόθι , τηλόθι afar indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταμαίομαι — (Α) ερευνώ, αναζητώ, ζητώ να βρω, να επιτύχω («τηλόθε μεταμαιόμενος, διαφοινὸν ἄγραν ποσίν», Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + μαίομαι «ερευνώ, ζητώ»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”